Καλή Χρονιά

Author: Νυχτερινή Πένα /

Λίγο πριν την έλευση της νέας χρονιάς να ευχηθώ σε όλους αυτό το νέος έτος να φέρει ό,τι καλύτερο σε όλους, υγεία, ευτυχία, έμπνευση.

Χρόνια Πολλά.

Στις Θάλασσες Του Κόσμου

Author: Νυχτερινή Πένα /

Αγγλία, 1802. Ο πλοίαρχος Τζέημς Κάλχουν και το πλοίο του το Ανίκητος αναλαμβάνουν να καταδιώξουν το Γαλλικό πολεμικό Βικτουάρ που έχει σκοπό να επιτεθεί σε Βρετανικά εμπορικά πλοία. Στο πλοίο επιβιβάζεται και μια χήρα αξιωματικού, η Μάργκαρετ Άσκουιθ με τις κόρες της για να μεταφερθούν στους Αντίποδες. Η παρουσία τους αλλάζει τη ζωή κάποιων μελών του πληρώματος όπως και ένα περιστατικό που γίνεται πριν τον απόπλου. 
Μια ακόμα ιστορία, εποχής αυτήν την φορά, στη διάθεσή σας για να την κατεβάσετε και να τη διαβάσετε. Καλή ανάγνωση.

Ιστολόγιο του μήνα – Δεκέμβριος 2017

Author: Νυχτερινή Πένα /

Καταμεσής των εορτών δεν θα μπορούσαμε να έχουμε για ιστολόγιο του μήνα ένα εορταστικό ιστολόγιο. Είναι ένα ιστολόγιο που ασχολείται με τα Χριστούγεννα. Θα μου πείτε τώρα στις γιορτές; Θα σας απαντήσω και όχι μόνο, το συγκεκριμένο ιστολόγιο λατρεύει τόσο πολύ τα Χριστούγεννα που είναι αφιερωμένο ολόκληρο σε αυτό το θέμα, οπότε είναι μια αστείρευτη πηγή για στολίδια και Χριστουγεννιάτικες κατασκευές, οπότε αν το θέμα σας ενδιαφέρει δεν έχετε παρά να πάτε εδώ: http://starsandicicles.blogspot.gr/

Οκτακόσιες Αναρτήσεις

Author: Νυχτερινή Πένα /

Με την προηγούμενή μου ανάρτηση έφτασα τις οκτακόσιες αναρτήσεις. Ανέβαλλα την ανάρτηση για να μη διακόψω το διήγημα. Οκτακόσιες αναρτήσεις λοιπόν, με ιστορίες σε συνέχειες, κείμενα, απόψεις σκέψεις, συγγραφή. Οκτακόσιες αναρτήσεις που μοιράστηκα με όλους εσάς εκεί έξω.
Εκατό αναρτήσεις πριν, στις επτακόσιες δηλαδή, είχα προβλέψει ότι μέσα στο 2017 ο αριθμός των αναρτήσεών μου θα περνούσε τον αριθμό των έργων μου, έτσι και έγινε, αυτή τη στιγμή έχω 767 έργα, είναι μικρή η διαφορά αλλά θα είναι πλέον πιο πολλές οι αναρτήσεις μου, γράφονται πιο γρήγορα συνήθως από ένα έργο!
Προς το παρόν χαίρομαι για τις 800 αναρτήσεις και εύχομαι να έρθουν στο μέλλον ακόμα περισσότερες, όπως και περισσότερα έργα στα χρόνια που έρχονται.

Χριστούγεννα Στο Βουνό 3 - Τέλος

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο ιερέας και ο συνοδός του αλλά και ο Μάρκος στράφηκαν ξαφνιασμένοι στη γυναίκα που ανέβαινε την σκάλα για το χαγιάτι μαζί με έναν μεγαλόσωμο όσο και ηλικιωμένο βοσκό σκεπασμένο με μια χοντρή κάπα.
-Καλά Χριστούγεννα Βασίλη, είπε ο μεγαλόσωμος ξένος με μια βαθιά φωνή που ταίριαζε στο μέγεθός του.
-Καλά Χριστούγεννα, καλώς ήρθες στο σπιτικό μου.
Οι δύο βοσκοί αντάλλαξαν μια γερή χειραψία και κάθισαν όλοι κοντά στη φωτιά να ζεσταθούν αφού ο ιερέας και ο συνοδός του βγήκαν και ξεφόρτωσαν το υπομονετικό υποζύγιό τους που ο οικοδεσπότης τους οδήγησε μετά στο στάβλο με τα δικά του ζωντανά. Οι δυο βοσκοί κάθισαν σε χαμηλά σκαμνιά, ο ιερέας κάθισε σε μια καρέκλα, ο Μιχάλης προτίμησε να καθίσει πάνω σε μια βελέντζα δίπλα στο τζάκι. Ακούμπησε στον τοίχο αφήνοντας το μπαστούνι του στο πάτωμα.
-Πιο βολικά από τα χαμηλά σκαμνάκια, είπε στον Μάρκο που τον κοίταζε.
Εκείνος κάθισε τον μιμήθηκε και κάθισε κοντά του.
-Από πού είσαι;
-Από την Αθήνα, γέννημα θρέμμα.
-Και πως βρέθηκες εδώ πάνω;
-Ήρθα για τα Χριστούγεννα. Ξέρω από παλιά τον πατέρα Σαμουήλ και ήρθα να τον δω και μιας και είχε την απόφαση αυτή για τα Χριστούγεννα είπα να μείνω.
Ο Μάρκος κούνησε το κεφάλι του.
-Δεν είχες να κάνεις τίποτα καλύτερο; Ρεβεγιόν;
-Πέρυσι ήμουν στην Τάιμς Σκουέαρ, εντάξει είναι μια εμπειρία αλλά δεν είναι αυτό που μετράει.
Είχαν αρχίσει να μαζεύονται και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του μπάρμπα Βασίλη, οι τρεις γιοι του με τις γυναίκες και τα παιδιά τους επιστρέφοντας από τις δουλειές και τις ετοιμασίες. Η γυναίκα του έψησε ψωμί στη φωτιά και έβαλε πάνω λάδι και ρίγανη και το πρόσφερε στους ξένους, στα παιδιά και τα εγγόνια της. Ανάψανε και δυο λάμπες με πετρέλαιο μιας και είχε πιάσει να σκοτεινιάζει.
-Ε τι άλλο ήθελες δηλαδή;
-Τα Χριστούγεννα είναι μια διαφορετική μέρα, θέλει άλλα πράγματα για να την καταλάβεις. Να πας στην εκκλησία, να αφήσεις τις έννοιες και τις σκοτούρες σου στα χέρια Εκείνου που γεννήθηκε σε σπήλαιο και κοιμήθηκε σε φάτνη για να μας σώσει εμάς. Είναι μια γιορτή και μια μέρα να είσαι με την οικογένεια. Και για να σε προλάβω, αν δεν έχεις οικογένεια, κάτι άλλο θα γίνεται για να βρεις αυτήν οικογενειακή θαλπωρή όπως εγώ.
Ο Μάρκος τον κοίταξε και μετά βάλθηκε να κοιτάει τους οικοδεσπότες. Είχαν μια ζεστασιά, οι κινήσεις και οι τρόποι τους. Αρχίσανε να στρώνουν για την νύχτα. Ο παππούς έλεγε στα εγγόνια του ιστορίες για τα καλικατζάρια που σαν απόψε ανέβαιναν στον κόσμο να πειράξουν τους ανθρώπους. Ο Μιχάλης πήγε κοντά στον Σαμουήλ.
-Με την αλλαγή μας στο σχέδιο δεν κάναμε τον εσπερινό.
-Το πρωί, πριν τον όρθρο, είπε ο Σαμουήλ.
Πέσανε για ύπνο. Ο Μάρκος έμεινε να κοιτάζει τα δοκάρια στο ταβάνι με τα διάφορα σκεύη και τρόφιμα κρεμασμένα από αυτά, το τζάκι που έκαιγε και τελικά αποκοιμήθηκε. Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι λίγες φορές στη ζωή του ήταν τόσο γαλήνιος και ήρεμος.
Ξύπνησε από ένα άγγιγμα στον ώμο και όταν σηκώθηκε είδε ότι ήταν πολύ πρωί, είχε ξαστεριά και μπορούσε να δει τον ουρανό γεμάτο αστέρια. Τυλίχτηκε καλά το μπουφάν του μιας και το κρύο ήταν τσουχτερότατο. Ο Μάρκος είδε ότι είχαν ακόμα ένα γαϊδούρι φορτωμένο με πράγματα.
Η διαδρομή ως το Κακοπέρατο ήταν μια δύσκολη, ειδικά στο σκοτάδι αλλά την έκαναν με κέφι μιας και ήταν για καλό σκοπό. Τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα ενώ ο Μιχάλης με τον ιερέα έψελναν από τους ύμνους της εορτής με τη συνοδεία του μπάρμπα Μήτσου που αποδεικνυόταν πολύ καλλίφωνος με τη βαθιά φωνή του.
Ως που να φτάσουν στο εκκλησάκι είχε πιάσει να χιονίζει και πάλι και τα παιδιά έπιασαν να λένε το «Χιόνια στο καμπαναριό…»
Όταν φτάσανε μπήκαν μέσα κάθισαν λίγο να ξαποστάσουν και οι γυναίκες έπιασαν να κάνουν λίγη φασίνα μέσα, ένα σκούπισμα και ξεσκόνισμα στους παμπάλαιους πάγκους που χρησίμευαν για στασίδια.
-Παππού γιατί σηκωθήκαμε τόσο πρωί για την εκκλησία; ρώτησαν τα εγγόνια του τον μπάρμπα Βασίλη.
-Γιατί πριν από πολλά χρόνια η Παναγία μας έτσι μέσα στη νύχτα γέννησε τον Χριστό μας. Να μια τέτοια νύχτα ήταν που ένα άγγελος εμφανίστηκε σε απλούς βοσκούς σαν εμάς να τους πει ότι γεννήθηκε ο Χριστός μας και πήγανε πρώτοι εκείνοι να προσκυνήσουν και μετά οι μάγοι με τα δώρα, χρυσάφι, λιβάνι και ένα πολύτιμο άρωμα που το λένε σμύρνα.
Ο Μιχάλης πήρε θέση στο αναλόγιο και ο Σαμουήλ έβαλε ευλογητός. Σαν να  μην είχε περπατήσει τόσο δρόμο και να μην ήταν γέροντας, ο ιερέας ετέλεσε τον εσπερινό με την ίδια ζέση που θα το έκανε και στον καθεδρικό ναό. Ο Μιχάλης με την βοήθεια των δύο ηλικιωμένων βοσκών, που διάβασαν κυρίως τα αναγνώσματα, εκτέλεσε καθήκοντα ψάλτη. Οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν με κατάνυξη.
Ο Μάρκος καθισμένος σε έναν πάγκο ένιωθε σαν να είχε μεταφερθεί σε έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο εξαϋλωμένο, πιο κοντά στον ουρανό παρά στις γήινες έννοιες και φροντίδες, έναν κόσμο για τον οποίο είχε μόνο ακούσει ως τώρα αλλά δεν τον είχε ζήσει. Έβλεπε τους ανθρώπους γύρω του να προσεύχονται και να είναι ταυτόχρονα ήρεμοι, και χαρούμενοι στο φως που έδιναν τα κεράκια του και η λαμπάδα που είχαν στο ψαλτήρι για να βλέπουν τα βιβλία.
Τελειώσανε τον εσπερινό και μπήκανε στον όρθρο, έξω το χιόνι έπεφτε απαλό και πυκνό. Ο μπάρμπα Μήτσος βγήκε και χτύπησε την μικρή καμπάνα όταν άρχισε ο όρθρος και μετά στις καταβασίες ψέλνοντας και εκείνος:
-Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθειτε…
Την ξαναχτύπησε στη δοξολογία για να σημάνει ότι έφτανε η ώρα της λειτουργίας.
Ο Μάρκος απορούσε με το πώς δεν πεινούσε με τόσο λίγο φαγητό χθες, ή πως δεν νύσταζε με τόσο λίγο ύπνο. Δεν ήταν λίγος συνειδητοποίησε, είχαν κοιμηθεί νωρίς και έχοντας κάνει τόσο ήσυχο ύπνο, είχε ξεκουραστεί.
-Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε…
Ο Σαμουήλ με το άγιο ποτήριο στα χέρια, κοινώνησε όλο το μικρό του εκκλησίασμα εκτός του Μάρκου και μετά από λίγο έδωσε την απόλυση και τους μοίρασε το αντίδωρο. Κάθισαν μετά και ήπιαν καφέ και φάγανε λίγο, οι γυναίκες είχαν φέρει κεράσματα για να τους δυναμώσουν πριν πάρουν το δρόμο της επιστροφής.
Είχε ξημερώσει και ξεκινήσανε με τα παιδιά να τραγουδάνε:
«Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου…»
Ο Μάρκος πλησίασε τον Μιχάλη.
-Από το διάβασμά σου και μερικές άλλες παρατηρήσεις συμπέρανα ότι είσαι μορφωμένος. Και όμως δείχνεις να είσαι απόλυτα εξοικειωμένος με τη ζωή εδώ.
-Δεν την προτιμώ. Η απόλαυσή μου είναι τα βιβλία και με αυτά ασχολούμαι αλλά για να νιώσεις τις γιορτές δεν χρειάζεται επιτήδευση ή μεγάλα πάρτι, αρκεί μια ζεστή αγκαλιά, μερικοί δικοί σου άνθρωποι και αυτό είναι.
-Μπορεί να έχεις δίκιο. Αυτά είναι σίγουρα τα πλέον διαφορετικά Χριστούγεννα που έχω κάνει.
-Μπορεί, είπε ο Μιχάλης με ένα χαμόγελο καθώς έφταναν στο σπίτι και μετά πρόσθεσε, αλλά σίγουρα θα έχουν από το καλύτερο φαγητό!
Ο Μάρκος άρχισε να γελάει, οι μυρωδιές μέσα από το σπίτι σίγουρα τον βεβαίωναν για αυτό. 

Χριστούγεννα Στο Βουνό 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

Στην πόρτα στεκόταν ο ιερέας που είχε δει πιο μπροστά ο Μάρκος. Ο βοσκός, αν και ξαφνιάστηκε από την απρόσμενη επίσκεψη, είπε:
-Καλησπέρα δέσποτα, πως βρέθηκες εδώ πάνω;
-Καλησπέρα, καλά Χριστούγεννα. Πάω για το Κακοπέρατο. Περνάει το μονοπάτι;
-Θα’ χει χιόνι μα περνάει το κόβουν τα πεύκα από την πάνω μεριά και δε μαζεύει ποτέ πολύ. Αλλά τι πάει να κάνει η αγιότης σου εκεί πάνω;
-Λέμε να λειτουργήσουμε στο μικρό εκκλησάκι εκεί, είπε ο ιερέας.
Ο πληθυντικός παραξένεψε το βοσκό. Ο ιερέας το κατάλαβε και έδειξε το δρόμο πίσω.
-Δεν είμαι μόνος, έχω και έναν βοηθό, έχουμε και το ζωντανό με τα πράγματά μας.
-Και θα πάτε εκεί πάνω;
-Ναι, θα συγυρίσουμε το εκκλησάκι θα κοιμηθούμε εκεί απόψε και σαν πάει πέντε θα βάλουμε ευλογητός.
-Και ποιος θα λειτουργηθεί;
-Όποιος στείλει ο Θεός.
Ο βοσκός κοίταξε έξω τον καιρό. Μετά στράφηκε πάλι στον ιερέα.
-Δέσποτα εμείς εδώ είμαστε μια οικογένεια, θα είναι ένας γείτονας ακόμα και πιο πάνω είναι ακόμα μια οικογένεια. Τι λες να μείνεις μαζί μας απόψε και το πρωί να ανεβούμε όλοι στο εκκλησάκι να μας λειτουργήσεις και να κατέβουμε να κάνουμε Χριστούγεννα εδώ;
Ο ιερέας το σκέφθηκε μια στιγμή και μετά φώναξε:
-Μιχάλη, έλα εδώ… Μην ανησυχείς, δεν πάει πουθενά μόνος του ο κυρ-Μέντιος.
Ο συνοδός του ιερέα πλησίασε με το μπαστούνι του στο χέρι και ο Μάρκος είδε ότι χώλαινε. Που πήγαινε μέσα στο χιόνι αφού δεν μπορούσε να περπατήσει καλά καλά; Ο ιερέας εξήγησε την πρόταση του βοσκού και ο Μιχάλης ένευσε:
-Ό,τι νομίζετε πάτερ.
-Θα κάνουμε έτσι.
-Ας είναι ευλογημένο.
-Ελάτε, ελάτε, είπε ο βοσκός και άνοιξε την πόρτα, Μάρθα, φώναξε, έλα να κεράσεις τους ξένους μας.

Χριστούγεννα Στο Βουνό 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

-Αναμένεται νέα επιδείνωση του καιρού μετά την άφιξη του χαμηλού βαρομετρικού που έχει επηρεάσει όλη τη χώρα φέρνοντας χιόνια και χαμηλές θερμοκρασίες.
Ο Μάρκος έκλεισε το ραδιόφωνο φουρκισμένος καθώς οδηγούσε στο ορεινό οδικό δίκτυο. Δεν θα έφτανε εγκαίρως. Τι ήθελε ο καιρός και άλλαξε τόσο απότομα; τώρα θα χαλούσε τελείως τα σχέδιά του. Μετά από τόση δουλειά είχε κανονίσει και αυτός να πάει για λίγη ξεκούραση και θα το έχανε από τον καιρό, θα αναγκαζόταν να σταματήσει σε ποιος ξέρει ποιο και από τον Θεό ξεχασμένο χωριό να περάσει τα Χριστούγεννα.
Προσπέρασε στο χιονισμένο δρόμο δύο πεζούς, ο ένας ήταν ιερέας, φορούσε το μαύρο ράσο και το χαρακτηριστικό καπέλο, να δεις πως το λέγανε; Καλυμμαύχι, θυμήθηκε. Περίεργο που το θυμήθηκε, χρόνια είχε να μπει σε εκκλησία και πολύ περισσότερο να μιλήσει σε παππά. Αλλά θυμήθηκε τη γιαγιά του, την κυρά Βαρέλαινα όπως την ήξεραν όλοι στο χωριό από τη δουλειά του άνδρα της, που ο πατέρας της ήταν παππάς και έλεγε ότι έξω από το σπίτι ή το ναό ο προπάππος του δεν το έβγαζε ποτέ το καλυμμαύχι. Δίπλα στον ιερέα περπατούσε ένας άνδρας με συνηθισμένα ρούχα, ντυμένος καλά για το κρύο. Κρατούσε και ένα ψηλό ραβδί πεζοπορίας, μάλλον για βοήθεια στο χιονισμένο έδαφος. Είχαν και ένα γάιδαρο που ακολουθούσε πιστά και τον κρατούσε από το χαλινάρι ο ιερέας. Ήταν φορτωμένος με ένα μεγάλο πλεκτό καλάθι από τα παλιά που έβλεπε κανείς μόνο σε εκθέσεις με είδη λαϊκής τέχνης και με ένα βαλιτσάκι από τη μια ενώ από την άλλη είχε ένα μικρό σακίδιο.
Τους άφησε πίσω και γρήγορα τους ξέχασε. Σκεφτόταν το πολυτελές ξενοδοχείο με τους επιφανείς προσκεκλημένους και το πλούσιο τραπέζι με το οποίο θα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα που θα ξημέρωναν. Σαμπάνια, καλά κρασιά και εξαιρετικά εδέσματα, έτσι όπως γιορτάζουν εκείνοι που είναι κάποιοι. Ένα κλίμα χαράς και ευωχίας ακόμα και αν δεν ήξερες καλά καλά ούτε τους συνδαιτημόνες σου.
Και το οποίο δεν φαινόταν ότι θα κατάφερνε να δει. Το χιόνι πύκνωνε και πρόσθετε καινούρια στρώματα στο ήδη υπάρχον στο δρόμο. Σε λίγο δεν θα μπορούσε να συνεχίσει. Σχεδόν μόλις έκανε τη σκέψη βρήκε το δρόμο κλειστό. Σταμάτησε στην άκρη και βγήκε έξω βρίζοντας. Έβγαλε το κινητό του και έκανε να καλέσει βοήθεια αλλά διαπίστωσε πως δεν είχε σήμα. Με ακόμα περισσότερες βρισιές προχώρησε να βρει ένα σπίτι με τηλέφωνο.
Περπάτησε πολύ περισσότερο από όσο θα ήθελε και χάθηκε μέσα στο χιονιά. Δεν είδε τη στάνη παρά μόνο όταν έπεσε πάνω στην πόρτα της κάνοντας το τεράστιο τσοπανόσκυλο να τρελαθεί στο γάβγισμα. Η πόρτα στο χαγιάτι άνοιξε και ένας μεγαλόσωμος άνδρας κουκουλωμένος με μια βαριά κάπα άνοιξε. Του έριξε μια ματιά και είπε:
-Τι ζητάς εδώ πάνω αδερφέ;
-Έχασα το δρόμο μου, απάντησε ο Μάρκος.
-Πεζός;
-Όχι έχω αυτοκίνητο, ο δρόμος όμως έκλεισε από το χιόνι, έχετε τηλέφωνο μήπως για να δω τι μπορώ να κάνω;
-Τηλέφωνο; Όχι παλληκάρι μου, δεν έχω εδώ πάνω τηλέφωνο αλλά και ποιος θα βρεθεί να σε βοηθήσει; Πιάσαμε την αργία. Βάλε το αυτοκίνητο κανονικά στην άκρη και έλα μέσα να μην παγώσεις.
-Και να μείνω εδώ πάνω;
-Δεν έχει που να πας αλλού πιο κάτω έχει πάνω από ένα μέτρο χιόνι.
-Καλύτερα να γυρίσω πίσω, είπε σκασμένος ο Μάρκος.
-Ως που να φτάσεις στην Κατάρα θα έχεις αποκλειστεί.
-Να πάρει! είπε ο Μάρκος και πρόσθεσε μια βλαστήμια.
-Να σε χαρώ, του είπε ο βοσκός, μη λες τέτοια πράγματα σαν μέρα που’ ναι. Άντε έλα μέσα μην ξεπαγιάσεις.
Μπήκαν στο αγροτόσπιτο, ήταν μια μεγάλη σάλα και ο βοσκός τον οδήγησε στο τζάκι που έκαιγε μια ζωηρή φωτιά. Από τα μαυρισμένα δοκάρια της οροφής κρέμονταν λουκάνικα και καλάθια με τυριά.
-Αν μη τι άλλο τρως καλά εδώ, σχολίασε.
-Αύριο, πρώτα ο Θεός, είπε ο άλλος.
-Γιατί σήμερα δεν κάνει;
-Όχι δα! κρέας και τυρί μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα!
Ο Μάρκος κατάλαβε ότι είχε κάνει κάποιο είδος γκάφας, κάποια παράβαση στον κώδικα σωστής συμπεριφοράς αυτού του ανθρώπου και βιάστηκε να αλλάξει κουβέντα.
-Μόνος είσαι εδώ πάνω;
-Όχι, όλοι εδώ είμαστε, τα παιδιά είναι στο κατώι στα ζώα, η κυρά έχει πάει πιο πάνω στο μπάρμπα – Μήτσελα να τον καλέσει να έρθει εδώ μαζί μας.
Ένα χτύπημα στην πόρτα τον διέκοψε.
-Α αυτοί θα’ ναι, είπε ο βοσκός και πήγε να ανοίξει αλλά τον περίμενε μια έκπληξη.

Ελάτε Να Γράψουμε

Author: Νυχτερινή Πένα /

Εκκλησιαστικώς η περίοδος από τα Χριστούγεννα ως τα Θεοφάνια λέγεται δωδεκαήμερο. Δεδομένου ότι είμαστε δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα και ότι μετά των Φώτων είναι Κυριακή έχουμε σύνολο 15 μέρες. Όλες αργίες; Όχι αλλά με μια φίλη είπαμε να κάνουμε ένα γιορτορίμο (σάμπως το Νοέμβριο είναι όλες αργίες;) και έτσι θα έχω ένα βαρύ συγγραφικό πρόγραμμα μιας και έχω πολλά να ολοκληρώσω αυτές τις μέρες. 
Παρότι οι γιορτές σημαίνουν πολλά πράγματα, οικογενειακά, φιλικά με παρέες και πάει λέγοντας, οι εραστές της γραφής μην τις αφήσετε να περάσουν έτσι. Γράψτε κιόλας, πολύ, λίγο, όσο θέλετε! Ελάτε να κάνουμε τις μέρες εκτός από γιορτινές και δημιουργικές!

Ημερολόγιο Συγγραφέα 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Νοέμβριος είναι ο κατεξοχήν μήνας συγγραφής αλλά κατάφερα να κάνω και τον Δεκέμβριο πλήρη συγγραφικού φόρτου, ούτε λίγο ούτε πολύ έχω στα χέρια μου δώδεκα διαφορετικά συγγραφικά έργα. Από το μεγάλο μου μυθιστόρημα ως ένα μικρό ποιητικό έργο με κομμάτια για τα Χριστούγεννα που έρχονται.
Και το απολαμβάνω, τίποτα άλλο δεν με γεμίζει όσο το γράψιμο και δεν με ικανοποιεί περισσότερο από το να κοιτάζω το γραφείο μου γεμάτο σημειώσεις, είτε σε μπλοκ είτε κολλημένες μπροστά μου. Τίποτα δεν είναι σαν να λες ιστορίες.
Και έχω πολλές να πω ως το τέλος του 2017, θα τα πούμε τότε να δούμε τι κατάφερα.

Ο Πρώτος Ένορκος

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Γκαμπριέλα Ράνσομ κατηγορείται για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, αυτό σημαίνει φόνο πρώτου βαθμού και – το σημαντικότερο – την θανατική ποινή αν καταδικαστεί. Εκείνη ισχυρίζεται ότι αμύνθηκε σε προσπάθεια βιασμού. Ο υπολοχαγός των Ρέηντζερς Μάικ Μακ Γκρέγκορ έχει επιστρέψει μόλις από μια αποστολή τραυματισμένος και εξασθενημένος και ήταν στο νοσοκομείο όταν την μετέφεραν. Από ένα καπρίτσιο της τύχης καλείται να είναι ένορκος στη δίκη της. Πρέπει τώρα να βρει ποιος λέει ψέματα και ποιος όχι και να το κάνει πριν να είναι αργά για την Γκαμπριέλα Ράνσομ και δεχθεί την θανατηφόρα ένεση.
Ένα αστυνομικό μυστήριο και ένα δικαστικό θρίλερ σας περιμένουν στο νέο βιβλίο για κατέβασμα. Καλή ανάγνωση.

Άνθρωπος

Author: Νυχτερινή Πένα /

-Βοήθεια Άνταμ.
Στράφηκα ίσα για να την δω να χάνεται από τα μάτια μου σαν να την είχε ρουφήξει το έδαφος. Δεν με ξάφνιαζε το ότι είχε συμβεί, σε μια περιοχή σαν αυτή που από την αρχαιότητα έβριθε από υπόγεια σπήλαια, χάσματα και πηγάδια, είχε έρθει και ο άνθρωπος να ανοίξει τούνελ για το μετρό, οπότε τώρα τόσα χρόνια μετά την κατάρρευση του πολιτισμού ήταν αναμενόμενο. Με ξάφνιαζε που είχε συμβεί σε εκείνη και όχι σε εμένα με το βαρύ πάτημα και τα κάπου εκατό τριάντα κιλά βάρος. Εκείνη περπατούσε τόσο ανάλαφρα που την πείραζα ότι αν ο κόσμος ήταν όπως τον γνώρισα θα ήταν μια πρίμα μπαλαρίνα.
Έτρεξα στο σημείο που είχε χαθεί, το χώμα που είχε πέσει πίσω της την είχε σκεπάσει. Απέθεσα στο έδαφος το σακίδιό μου, τράβηξα το φτυάρι που είχα στερεωμένο στο πλάι και άρχισα να σκάβω με μανία, δεν θα την έχανα, όχι και αυτή. Το μόνο που άκουγα ήταν ο ήχος του φτυαριού στο χώμα. Κάποτε, πριν την κατάρρευση θα ακούγονταν σειρήνες και οι περίοικοι και οι περαστικοί θα μαζεύονταν γύρω μου.
Τώρα όμως όχι δεν ήταν έτσι. Δεν υπήρχαν άλλοι.

Όλα πήγαιναν καλά, η ανθρωπότητα επιτέλους προόδευε. Οικονομικά, πνευματικά, από όλες τις πλευρές. Φτώχεια και ανεργία, ήταν παρελθόν, πείνα και αναλφαβητισμός ήταν έννοιες μόνο στο λεξικό και όλοι πανηγύριζαν την δημιουργία του πρώτου υβριδίου ανθρώπου μηχανής.

Συνέχιζα να σκάβω, πόσο είχε περάσει; Μισό λεπτό; Ένα; Δεν είχα χρόνο, έπρεπε να προλάβω πριν πάθει ασφυξία.

Το υβρίδιο, ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά αλλά ενισχυμένο μυοσκελετικό σύστημα και έναν εγκέφαλο με δυνατότητες υπολογιστή 396 πυρήνων. Λες και έπρεπε να φτάσουμε στην κορωνίδα της προόδου για να καταρρεύσουμε, μια γονιδιακή θεραπεία για τις αυτοάνοσες ασθένειες που μετά φάνηκε χρήσιμη γενικά σε αρθρίτιδες και συγγενείς καταστάσεις αποδείκτηκε τραγικό λάθος, είχε μια παρενέργεια που κανείς δε συσχέτισε με αυτή για πάνω από δύο γενιές και τότε πια ήταν αργά. Η θεραπεία καθιστούσε τον άνθρωπο άγονο, το ανδρικό σπέρμα άχρηστο, τα γυναικεία ωάρια στείρα. Ως που να αντιληφθούν το κακό οι επιστήμονες ήταν αργά, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση και ο παγκόσμιος πληθυσμός έκανε κάτι που δεν είχε επί αιώνες κάνει. Άρχισε να μειώνεται.

Ιδρώνω. Περίεργο, έχω καταβάλλει και πολύ μεγαλύτερες προσπάθειες χωρίς καν να νοτιστεί το πρόσωπό μου. Σκουπίζω τον ιδρώτα με το μανίκι μου μηχανικά και συνεχίζω. Πρέπει να την φτάσω πριν να είναι αργά.

Η καταστροφή έκανε τους πάντες να ξεχάσουν το υβρίδιο, και εκείνος ενσωματώθηκε στην κοινωνία. Μπορούσε να κάνει τα πάντα και βοηθούσε τους πάντες οπότε δεν ήταν δύσκολο, δεν διέφερε από έναν άνθρωπο αν εξαιρούσε κανείς την μόνη του αδυναμία, δεν μπορούσε να νιώσει συναισθήματα. Προσπαθούσε, ούτε η μεγαλύτερη χαρά, ούτε η θλίψη, κανένα επίτευγμα ή ευχαρίστηση δεν μπορούσε να περάσει από τη λογική στο αίσθημα.
Συνέχισε να βοηθάει παντού μιας και αγαπούσε τους ανθρώπους του. Ως που ένα βράδυ βοήθησε μια κοπέλα να γεννήσει σε ένα έρημο νοσοκομείο. Ήταν το τελευταίο μωρό της ανθρωπότητας και η μητέρα το εμπιστεύθηκε σε εκείνον μιας και ήταν σίγουρο ότι θα ζούσε ως που να μεγαλώσει το παιδί για να το προστατεύσει και να το διδάξει. Και όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαψε να παλεύει να γίνει άνθρωπος, να νιώσει συναισθήματα.

Πλησιάζω, την ακούω που κουνιέται προσπαθώντας να ελευθερωθεί. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Πετάω το φτυάρι, φοβάμαι να μην την χτυπήσω, και συνεχίζω με τα χέρια.

-Να την προσέχεις… του είπε.
Ύστερα πρόφερε το όνομα που εκείνος είχε διαλέξει για τον εαυτό του, ταιριαστό για τον πρώτο του είδους του.
…Άνταμ.

Και την πρόσεξα… Τη μεγάλωσα και την εκπαίδευσα για να ζήσει. Και να γίνει μητέρα. Το νέο ξεκίνημα της ανθρωπότητας.
Την φτάνω. Ναι! Τα χέρια μου την ελευθερώνουν από τα χώματα και την τραβώ έξω. Με κοιτάει με τα μεγάλα καστανά της μάτια και μου λέει:
-Άνταμ κλαις!
Ναι είναι αλήθεια το συνειδητοποιώ και γω. Και ξέρω ότι κλαίω από ανακούφιση που είναι καλά όπως και η καρδιά μου βροντοχτυπάει από την αγωνία για εκείνη. Και καθώς εκείνη μου σκουπίζει τα δάκρυα κλαίω και πάλι, αυτή τη φορά από χαρά.
Γιατί μπορώ να πω επιτέλους ότι είμαι άνθρωπος.

Τέλος 

Δολοφονήστε Την Πρόεδρο

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ένα βράδυ μια πληροφορία φτάνει στο περιφερειακό γραφείο του FBI στην Ουάσιγκτον για κάποια συνωμοσία με στόχο την πρόεδρο των ΗΠΑ. Λίγες ώρες αργότερα τρεις άνδρες από τους τέσσερεις που γνωρίζουν για την υπόθεση είναι νεκροί και ο επιζών πράκτορας Μαρκ Άντριους απευθύνεται στον διευθυντή της υπηρεσίας. Εκείνος θα τον πιστέψει αλλά έχουν μόλις έξι μέρες για να βρουν ποιος είναι πίσω από όλα αυτά και τι σχεδιάζει.

Είναι μια καλή ιστορία αστυνομικού μυστηρίου που κρατά την αγωνία δείχνει ωστόσο τα χρόνια της στις διάφορες λεπτομέρειες και στο ρυθμό με τον οποίο εξελίσσεται η πλοκή.

Ιστολόγιο του μήνα – Νοέμβριος 2017

Author: Νυχτερινή Πένα /

Για τους περισσότερους ο άλλος άνθρωπος είναι ένας ξένος για τον οποίο δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, ειδικά στις δύσκολες αυτές συνθήκες της σημερινής εποχής, για τον Άλλο Άνθρωπο όμως ο άνθρωπος είναι το κέντρο της προσοχής και κάθε ανθρωπιστική δράση άξια να τονίζεται και να ανακοινώνεται.
Τις παρακολουθεί και τις ανακοινώνει πριν την διεξαγωγή τους για να μπορεί όποιος επιθυμεί να συμμετάσχει και να βοηθήσει. Αν μοιράζεστε και εσείς το ενδιαφέρον αυτό μπορείτε να πάτε εδώ: http://oallosanthropos.blogspot.gr/      

Ημερολόγιο Συγγραφέα 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Νοέμβριος μήνας για εμένα είναι ο κατεξοχήν συγγραφικός μήνας γιατί Νοέμβριο άρχισα να γράφω και ο Νοέμβριος είναι συνδεμένος με κάποια από τα καλύτερα έργα μου. Από όταν ανακάλυψα το sff και το NoWriMo ο Νοέμβριος πήρε ακόμα πιο έντονο συγγραφικό χρώμα. Έτσι αυτές τις μουντές ημέρες με το χειμώνα επιτέλους εδώ, αφοσιώθηκα και εγώ να γράψω ακόμα περισσότερο. Μερικά κομματάκια, σκέψεις και ιδέες που συνήθως δεν δημοσιεύονται, δυο μυθιστορήματα που γράφω αυτή τη στιγμή και ένα που βρίσκεται στην τελική ματιά για να δοκιμάσει την τύχη του για δημοσιότητα.
Ας τα πάρουμε από την αρχή. Πάντα γράφω διάφορα κείμενα με σκέψεις, σχόλια ή παρατηρήσεις, τα περισσότερα καταλήγουν εδώ αλλά είναι και αρκετά που δε δημοσιεύω γι’ αυτό και κάθε χρόνο σχεδόν έχω και ένα έργο με Πάρεργα που δεν ανήκουν στην υπόλοιπη εργογραφία μου. Αυτή τη στιγμή γράφω ακόμα δύο μυθιστορήματα, ένα δράσης με μια στρατιωτική επιχείρηση που το ξαναγράφω από την αρχή και φυσικά τον Πύργο που πλησιάζει πλέον προς την ολοκλήρωση και μαζί του θα ολοκληρωθεί και η τριλογία. Τέλος έχω ακόμα μια πολιτικοστρατιωτική περιπέτεια στην οποία κάνω μια τελευταία επιμέλεια για να δοκιμάσει την τύχη της.
Γεμάτος μήνας λοιπόν ο Νοέμβριος αλλά φυσικά δεν παραπονιέμαι, ακριβώς έτσι είναι που τον θέλω τον μήνα, με πολύ γράψιμο.        

Ημερολόγιο Συγγραφέα 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

Πριν από 28 χρόνια σαν σήμερα ακριβώς όπως και σήμερα, ημέρα Κυριακή, ολόκληρη η Ελλάδα περίμενε το αποτέλεσμα των εκλογών, το δεύτερο μέσα σε διάστημα πέντε μηνών, κάτι ασυνήθιστο για τότε. Όλοι εκτός από ένα δεκατριάχρονο αγόρι που είχε βρει κάτι άλλο διαφορετικό να ασχοληθεί. Σε ένα μπλοκ κόλλες αναφοράς είχε αρχίσει να γράφει τους χαρακτήρες για μια ιστορία με πολιτικές δολοφονίες και μια συνωμοσία για την ανάληψη της εξουσίας από έναν άνθρωπο. Ολοκλήρωσε αυτήν την διαδικασία και άρχισε να γράφει την ιστορία. Έτσι ξεκίνησε το πρώτο του μυθιστόρημα. Πήγε στο δεύτερο του οποίου η πρώτη σκηνή ήταν η τελευταία του πρώτου, και μετά στο τρίτο, με νέους χαρακτήρες αυτή τη φορά. Συνέχισε να γράφει και δε σταμάτησε έκτοτε.
Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, και με πάνω από 750 έργα ολοκληρωμένα, από διηγήματα και ποίηση ως μεγάλα μυθιστορήματα, το αγόρι που είναι πια άνδρας, συνεχίζει να γράφει. Και λέω να μη σταματήσω τώρα σύντομα, σε άλλα 28 χρόνια ίσως.

Ο Τζέικ Ράνσομ Και Η Σκιά Του Βασιλιά Των Νεκρών

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο νεαρός Τζέικ και η αδερφή του Κέιντι έχουν χάσει τους γονείς τους σε μια αρχαιολογική αποστολή στη Νότια Αμερική που χτυπήθηκε από ληστές. Τρία χρόνια μετά το θάνατό τους τα δύο αδέρφια έχουν κληθεί στο Λονδίνο σε μια εκδήλωση στο Βρετανικό Μουσείο με ευρήματα από την αποστολή που κόστισε τη ζωή τους. Εκεί ένα μυστηριώδες γεγονός θα γίνει η αρχή μιας εκπληκτικής περιπέτειας που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και αποκαλύπτει έναν επικίνδυνο εχθρό που είναι πιθανότατα και πίσω από την εξαφάνιση των γονέων τους.
Μια ιστορία γραμμένη με έναν γρήγορο τρόπο που κρατεί την αγωνία ενώ έχει και τις ανατροπές της. Στα συν του βιβλίου είναι και τα σχέδια που περιλαμβάνονται από σύμβολα και τεχνουργήματα. Είναι το πρώτο μιας σειράς και θα έχω τα μάτια μου ανοιχτά και για τα επόμενα.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι – Η Συνωμοσία Της Σκιάς

Author: Νυχτερινή Πένα /

Το βασίλειο της Εσπέρια έχει μόλις βρει την ειρήνη μετά από μια ανταρσία κάποιων ευγενών εναντίον του βασιλιά Ερρίκου. Η ειρήνη αυτή όμως είναι απατηλή καθώς τώρα ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Γιατί ο καγκελάριος Χάρκους, ο ανώτερος αξιωματούχος μετά τον βασιλιά, δεν είναι αυτός που δείχνει και η προδοσία του απειλεί να ελευθερώσει ένα αρχαίο κακό. Μπορεί κάποιος να τον σταματήσει ή μήπως είναι ήδη πολύ αργά;
Ακόμα ένα βιβλίο για ανάγνωση, το βρίσκετε στα δεξιά κάτω από τον τίτλο βιβλία. Καλή ανάγνωση.



Ιστολόγιο του μήνα – Οκτώβριος 2017

Author: Νυχτερινή Πένα /

Όπως είναι αναμενόμενο για κάποιον που το γράψιμο είναι συνυφασμένο με το είναι του, πρώτα από όλα τα ιστολόγια αυτά που προτιμώ είναι τα συγγραφικά. Αυτά που ασχολούνται με την τέχνη της συγγραφής και ακόμα περισσότερο αυτά στα οποία υπάρχουν κείμενα και δείγματα δουλειάς των συγγραφέων. Για σήμερα έχω να δούμε ένα τέτοιο.
Θα επισκεφθούμε τα συν-γραφικά, είναι ένα αρκετά παλιό ιστολόγιο αφού χρονολογείται από το 2008 και έχει κατά ποιήματα και κείμενα της δημιουργού του. Η θεματολογία τους ποικίλλει από την αγάπη και τις σχέσεις, μέχρι τον πόνο και την εγκατάλειψη αλλά και πολλά άλλα συναισθήματα και καταστάσεις.
Αν σας αρέσουν τα ποιήματα, και γενικά η ανάγνωση δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε τη Νάλια και τα συν-γραφικά της εδώ: http://syn-grafika.blogspot.gr/

Η Κατάρα Του Μάγου - Φινάλε

Author: Νυχτερινή Πένα /

ΙV.

Η πόλη του Μελώδιον όφειλε το όνομά της σε μια παλιά συνήθεια των κατοίκων της. Χτισμένη στο πιο ψηλό υψίπεδο του Γνοφώδους Όρους, κάτω από την πάντα στεφανωμένη με σύννεφα κορυφή που χάριζε στο βουνό το όνομά του, δεν γνώριζε ποτέ τη νηνεμία, πάντα φυσούσε άνεμος που οι κάτοικοι διασκέδαζαν να τον ακούν να παίζει με τους μελωδούς που τοποθετούσαν σε πόρτες και εξώστες. Από τη συνεχόμενη μελωδία που ο αέρας σκορπούσε στην πόλη πήρε το Μελώδιον το όνομά του και έγινε γνωστό σαν η Άδουσα Πόλη.
Στο υψηλότερο σημείο της πόλης ήταν χτισμένο το παλάτι του κάποτε άρχοντα της πόλης και τώρα του μάγου Άρξους. Ήταν ένα επιβλητικό χτίσμα από μάρμαρο και ξύλο, κέδρου κυρίως και μεγάλης – της λεγόμενης Βασιλικής – δρυός. Και αν οι κέδροι ήταν άφθονοι στις πλαγιές του βουνού, δεν ήταν οι βελανιδιές και τα μάρμαρα που είχαν κοστίσει πολύ χρυσάφι.
Η Αλάσρα δεν είχε χρόνο να θαυμάσει την πολυτέλεια των υλικών ή τα παχιά χαλιά στο πάτωμα και τις περίτεχνες τοιχογραφίες που κοσμούσαν σχεδόν κάθε επιφάνεια των διαδρόμων που περνούσε. Έπρεπε να βιαστεί να φτάσει στην μεγάλη αίθουσα όπου είχε γίνει το κακό και όπου θα έπρεπε να επανορθωθεί. Απόψε ο Άρξους γιόρταζε την επέτειο της ανάρρησής του στην εξουσία και θα βρισκόταν εκεί αλλά έπρεπε να το ρισκάρει.
Ήξερε ότι μπορεί να μην έβγαινε ζωντανή από την παράτολμη αυτή προσπάθειά της αλλά θα προτιμούσε να ριχθεί από τον εξώστη της αίθουσας στην απόκρημνη πλαγιά από κάτω παρά να εγκαταλείψει τον Ίμουε. Το ιπτάμενο πλοίο την είχε αφήσει στην πλαγιά του βουνού, όχι μακριά από την πύλη της πόλης από την οποία έβγαζαν οι βοσκοί τα κοπάδια τους. Ξέροντας τα κατατόπια όπως και το γεγονός ότι πρωί πρωί οι σκοποί δεν θα έδειχναν κανένα ενδιαφέρον, κατάφερε να τρυπώσει στην πόλη. Είχε μετά βρει τρόπο να μπει στο παλάτι κουβαλώντας στις κουζίνες ένα καλάθι με λαχανικά μιας και γνώριζε τον έμπορο που τα πουλούσε αλλά και τον αρχιμάγειρα που τη συμπαθούσε μιας και την ήξερε από τότε που ήταν νήπιο.
Έφτασε σε μια μικρή άλκοβα που μια πορφυρή κουρτίνα έκρυβε μια είσοδο στην μεγάλη αίθουσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την πέρασε. Η αίθουσα ήταν γεμάτη με κόσμο. Ο Άρξους ήταν καθισμένος σε ένα βάθρο κυκλωμένος από τη φρουρά του και γύρω βρίσκονταν οι κάτοικοι της πόλης, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν το έκανε με τη θέλησή της.
Σε μια σειρά μπροστά στο κάθισμα του Άρξους, ένα πολυτελές κάθισμα με υψηλή ράχη που έφερνε σε θρόνο, οι επικεφαλής των συντεχνιών και κάποιοι σημαίνοντες άρχοντες περίμεναν να αφήσουν το δώρο τους στους πόδια του. Η Αλάσρα πήρε θέση μαζί τους και δεν άργησε να φτάσει μπροστά του μιας και όλοι ήταν πρόθυμοι να της παραχωρήσουν τη θέση τους καθυστερώντας το επαχθές καθήκον.
Η Αλάσρα στάθηκε μπροστά στον μάγο ευθυτενής και άφοβη. Ο Άρξους δεν την αναγνώρισε και ρώτησε:
-Ποια είσαι εσύ και τι ήρθες να μου προσφέρεις;
-Είμαι η Αλάσρα Νιέλιορ, είπε η κοπέλα και ήρθα να πάρω πίσω αυτό που μου στέρησες.
Έβγαλε μέσα από τα ρούχα της το Άστρινο Πετράδι ενώ γύρω της οι άνθρωποι σκόρπιζαν φοβούμενοι την οργή του μάγου. Αλλά ο Άρξους γέλασε μόνο.
-Α εσύ το πήρες από τον Σάγκοραχ, είπε, τι σε κάνει να νομίζεις όμως ότι με αυτό μπορείς να τα βάλεις μαζί μου;
-Δεν θέλω να τα βάλω μαζί σου, είπε η κοπέλα όσο σταθερά μπορούσε. Ο μάγος την τρομοκρατούσε με την παρουσία του και μόνο αλλά ήταν τόσο κοντά στο σκοπό της, δεν θα εγκατέλειπε τώρα. Θέλω μόνο εκείνον που αγαπώ.
Ύψωσε το πετράδι που άστραψε στο φως της σελήνης όπως έπεφτε από τον κρυστάλλινο θόλο της αίθουσας.
-Φως της σελήνης σε παρακαλώ… ξεκίνησε η κοπέλα αλλά δεν μπόρεσε να συνεχίζει.
-Κατάρα σε’ σενα! Φώναξε ο μάγος με το πρόσωπό του να έχει γίνει μια μάσκα τρόμου.
Τέντωσε το χέρι του και μια πύρινη ριπή ξεπήδησε από τα δάκτυλά του με κατεύθυνση το στήθος της. Το μενταγιόν που της είχε δώσει ο Ρας έλαμψε με ένα δυνατό λευκό φως και οι φλόγες εξαφανίστηκαν.
-Σκοτώστε την! Φώναξε ο μάγος στους φρουρούς του. Μια γυναίκα μόνη είναι.
-Δε στέκεται μόνη της μάγε, είπε μια φωνή ψυχρή σαν τους ανέμους πάνω στους οποίους έπλεε το πλοίο του.
Ο Άρξους είδε με έκπληξη στον εξώστη της μεγάλης αίθουσας τον Ρας και τους άνδρες του. Πίσω τους αιωρούνταν στο ύψος του εξώστη το ιπτάμενο πλοίο.
-Αδύνατον, ψέλλισε ο μάγος, κανένας δεν μπορεί να το κάνει αυτό, οι άνεμοι στα περάσματα είναι απρόβλεπτοι.
-Είχαμε καλό πλοηγό, είπε ο Ρας και μαζί με τους άνδρες του επιτέθηκαν στη φρουρά του μάγου μπαίνοντας ανάμεσα σε αυτούς και την Αλάσρα. Μια άγρια μάχη ξέσπασε με τους φρουρούς να υπερτερούν αριθμητικά αλλά το πλήρωμα του ιπτάμενου πλοίου να υπερτερεί σε ικανότητες και πειθαρχία.
-Κάνε αυτό για το οποίο ήρθες εδώ κοπελιά, φώναξε ο Ρας ενώ ξιφομαχούσε με δύο φρουρούς.
Η Αλάσρα που παρακολουθούσε άφωνη τη μάχη που είχε ξεσπάσει ξεκίνησε και πάλι τη μαγική επίκληση.
-Φως της σελήνης σε παρακαλώ
Δώσε μου αυτόν που τόσο αγαπώ
Και πάρε το πετράδι αυτό το άστρινο.
Την επόμενη στιγμή το πετράδι έλαμψε εκθαμβωτικά και χάθηκε μέσα από τα χέρια της, η λάμψη έγινε πιο έντονη αναγκάζοντάς τη να αποστρέψει το βλέμμα και μόλις εξασθένησε είδε τον Ίμουε μπροστά της, ταλαιπωρημένο εμφανώς αλλά σώο. Ρίχτηκε στην αγκαλιά του και εκείνος την έσφιξε πάνω του. Η Αλάσρα άρχισε να κλαίει, είχαν όλα τελειώσει, ήταν και πάλι μαζί.
Ο μάγος έβγαλε μια κραυγή φρίκης, σηκώθηκε από το κάθισμά του, μια έκφραση πόνου είχε παραμορφώσει το πρόσωπό του. Έπεσε στα γόνατα και μετά στο δάπεδο ενώ σπασμοί διέτρεχαν όλο το σώμα του.
-Τι έπαθε; Ρώτησε η Αλάσρα.
-Πεθαίνει, είπε ο Ύπαρχος, με την κατάρα αυτή παραβίασε θεμελιώδεις νόμους της φύσης και κάνοντάς το αυτό συνύφανε άθελά του με την κατάρα το ίδιο του το είναι. Η λύση της έφερε το τέλος του.
-Μα γιατί; Γιατί το έκανε αυτό; Γιατί μας καταράστηκε;
-Ξεκίνησε σαν ένα ακόμα από τα σκληρά του παιχνίδια, είπε ο Ύπαρχος, η θλίψη των θυμάτων του ήταν πηγή δύναμης για τον Άρξους, αλλά αυτή τη φορά το παρατράβηξε και πλήρωσε το τίμημα. Τα δακρυσμένα μάτια είναι φοβερός κατήγορος και η δικαιοσύνη μερικές φορές μπορεί να αργεί αλλά αποδίδεται έστω και με τον πιο αναπάντεχο τρόπο.
-Καιρός να πηγαίνουμε, είπε ο Ρας, σας ευχόμαστε κάθε ευτυχία.
Η Αλάσρα του έτεινε το μενταγιόν και εκείνος το πήρε και το φόρεσε. Οι επίσημοι της πόλης πλησίασαν να του ζητήσουν να αναλάβει την διακυβέρνησή της. Ο πλοίαρχος αρνήθηκε.
-Να εκλέξετε κάποιον από το λαό σας, είπε, εμείς θα χαρούμε να θεωρούμε το Μελώδιον σπίτι μας.
-Μας σώσατε από τον Άρξους, είπε η Αλάσρα.
-Ας πούμε ότι είχαμε προηγούμενα με τον μάγο, απάντησε με ένα χαμόγελο ο Ρας, όπως και με τις σαύρες που συμμάχησαν μαζί του. Αρκεί για εμάς που θα μπορούμε να επιστρέψουμε εδώ.
Το ιπτάμενο πλοίο σηκώθηκε ψηλά πάνω από την πόλη και άνοιξε πανιά, το αποχαιρέτησαν οι μελωδίες της Άδουσας Πόλης και οι ευχές δυο ερωτευμένων που απαλλαγμένοι από την κατάρα μπορούσαν να χαρούν την αγάπη τους και να σχεδιάσουν το μέλλον.


Τέλος

Η Κατάρα Του Μάγου - 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

ΙΙΙ.

Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά και το ιπτάμενο πλοίο συνέχιζε την πτήση του κάτω από το σχεδόν ολόγιομο φεγγάρι σε έναν ξάστερο ουρανό. Είχαν ξεφύγει από την καταδίωξη και τώρα έπλεαν για κάποιο προορισμό που η Αλάσρα δεν ήξερε. Δεν είχε μιλήσει ξανά με τον κυβερνήτη αυτού του τόσο ασυνήθιστου πλοίου αλλά της είχαν δώσει να φάει και ο Άλαν της είχε φέρει ρούχα για να ντυθεί και πάλι κανονικά.
Τώρα στεκόταν μόνη της κοντά στην πλώρη, το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος αναπαυόταν και μόνο όσοι είχαν υπηρεσία βρίσκονταν στη γέφυρα ή τα ξάρτια του και μερικοί στο κατάστρωμα. Ο κυβερνήτης ήταν στην καμπίνα του μάλλον, δεν τον είχε δει εδώ και αρκετή ώρα, αλλά μπορούσε να δει τον Ύπαρχο. Στεκόταν στην πλώρη και παρατηρούσε τον ορίζοντα το ίδιο ασάλευτος με το ακρόπρωρο δίπλα του που ήταν σκαλισμένο σαν κεφαλή δράκου.
Άκουσε την καμπάνα του πλοίου. Μεσάνυχτα, σκέφθηκε με προσμονή.
Μια γλυκιά θέρμη την τύλιξε μαζί με ένα υπόλευκο, απόκοσμο φως και μπροστά στα μάτια της υλοποιήθηκε ένας νεαρός άνδρας, ήταν ντυμένος στα μαύρα, από το χιτώνιο που φορούσε μέχρι τις μπότες του και τον μανδύα που τον σκέπαζε. Είχε μαύρα μαλλιά μακριά ως το λαιμό και λαμπερά καστανά μάτια. Της χαμογέλασε και εκείνη έσπευσε να τον κλείσει στην αγκαλιά της, χάιδεψε τα μαλλιά του και τον κοίταξε στα μάτια σαν να προσπαθούσε να χορτάσει την εικόνα του.
-Πήρα το πετράδι, είπε και τον φίλησε στα χείλη. Πως είναι εκεί τα πράγματα;
-Όλο και σκοτεινιάζει, είπε ο άνδρας. Ελπίζω ότι θα φύγω γρήγορα από’ δω.
-Θα φύγεις, στο υπόσχομαι, είπε η Αλάσρα με δάκρυα στα μάτια.
-Θέλω να μου υποσχεθείς ότι αν δεν τα καταφέρεις... δε…
Η Αλάσρα τον αγκάλιασε και τον έσφιξε πάνω της με λαχτάρα. Εκείνος την κράτησε και χάιδευσε απαλά τα μαλλιά της.
-Αν δεν τα καταφέρεις να θυμάσαι ότι δε φταις εσύ.
-Δεν θα σε αφήσω, ψιθύρισε, ποτέ…
Τα χέρια της ήταν άδεια. Αγκάλιασε το σώμα της σαν να κρύωνε και ένας παραπονεμένος λυγμός ξέφυγε από τα χείλη της. Το φως χάθηκε και ήταν και πάλι μόνη.
-Έχω δει πολλούς μάγους, έχω σκοτώσει τους περισσότερους από αυτούς, αλλά ποτέ κανείς δεν έφερε πάνω σε αυτό το πλοίο κάποιον με τηλεμεταφορά και χωρίς να ενεργοποιήσει τούτο’ δω το φυλαχτό. Ποια είσαι;
Μέσα από τις σκιές βγήκε ο κυβερνήτης του πλοίου, το ένα χέρι του ήταν στο στέρνο του όπου από μια αλυσίδα κρεμόταν ένα κρυστάλλινο φυλαχτό. Η Αλάσρα τον κοίταξε αλαφιασμένη.
-Όχι, είπε, δεν είναι μαγεία ή μάλλον δεν είναι δική μου μαγεία… Είμαι αυτή που σας είπα. Αλλά δε σας είπα γιατί με κυνηγάνε οι σαυράνθρωποι του Σάγκοραχ.
-Αυτό θα ήθελα πολύ να το μάθω, είπε ο πλοίαρχος. Τι έβγαλε την παραφουσκωμένη αυτή σαύρα από τη φωλιά της;
-Είμαι από το Μελώδιον, είπε η Αλάσρα, γνωστό και ως Άδουσα Πόλη από τους μελωδούς που είναι τόσο συχνοί σε αυτήν. Εκεί γνώρισα και αγάπησα έναν νέο άνδρα, τον Ίμουε, με αγάπησε και εκείνος και ζούσαμε την τέλεια ευτυχία. Ο μάγος Άρξους όμως μας καταράστηκε να ζούμε χωριστά και εξόρισε τον Ίμουε σε ένα άλλο πεδίο ύπαρξης. Μπορούμε να βρεθούμε για ένα λεπτό μόνο τα μεσάνυχτα όταν οι φραγμοί ανάμεσα στα πεδία ύπαρξης λεπταίνουν.
Η Αλάσρα σταμάτησε καθώς συνειδητοποιούσε ότι είχαν μαζευτεί αρκετοί άνδρες γύρω και άκουγαν.
-Α ώστε αυτό κάνει, είπε ο Ύπαρχος από εκεί που στεκόταν, άραγε ξέρει τις συνέπειες του να παίζει με τους νόμους της φύσης;
-Δεν μπορεί να λυθεί η κατάρα; ρώτησε ο πλοίαρχος.
-Ναι, είπε η Αλάσρα. Με έναν μόνο τρόπο, πρέπει στο φως της κόκκινης πανσελήνου να κρατήσω το Άστρινο Πετράδι και να ζητήσω από το φως του να φέρει πίσω τον καλό μου.
Η Αλάσρα κοίταξε ψηλά το φωτεινό σώμα που φαινόταν πιο μεγάλο και κοντινό τώρα που δε βρισκόταν στη γη. Δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια της.
-Για να με κάνει να υποφέρω περισσότερο, ο Άρξους έστειλε τον Ίμουε σε ένα πεδίο που κατέρρεε, μέρα με τη μέρα μικραίνει ενώ δεν υπάρχει πια φως σχεδόν καθόλου. Δεν έχει πια πολύ χρόνο.
-Η πανσέληνος είναι αύριο, είπε ο Ρας. Και έχεις το πετράδι αν κατάλαβα καλά. Αυτό πήρες από τον Σάγκοραχ.
Η Αλάσρα ένευσε.
-Το μόνο πετράδι που ήξερα είναι αυτό που είχε στην κατοχή του, έπρεπε να το κλέψω. Αλλά δεν αρκεί αυτό, πρέπει να επιστρέψω στο Μελώδιον και να σταθώ στο ίδιο σημείο που δόθηκε η κατάρα για να την αντιστρέψω.
-Έχεις τσαγανό κοπελιά, είπε ο Ρας κουνώντας το κεφάλι του. Και καταλαβαίνω όλο αυτό που πας να κάνεις. Ελπίζω να το πετύχεις.
Στράφηκε προς τον τιμονιέρη και φώναξε:
-Στροφή εξήντα μοιρών Χέργκερ, πορεία για το Γνοφώδες Όρος!
-Το Μελώδιον είναι χτισμένο κάτω από την κορυφή δεν μπορούμε να πάμε εκεί, παρατήρησε ο Άλαν και στράφηκε προς την Αλάσρα, λυπάμαι δεσποσύνη.
-Θα πάμε όσο πιο κοντά γίνεται, είπε ο Ρας. Λοιπόν επιστρέψτε στα καθήκοντά σας, μη χαζεύετε, βιαζόμαστε όπως ακούσατε! Έλα Αλάσρα, περπάτησε μαζί μου.
Η Αλάσρα ακολούθησε τον πλοίαρχο και περπάτησαν προς την πλώρη του πλοίου. Για λίγο ο Ρας ήταν αμίλητος και σκεφτικός σαν να έπαιρνε κάποιες αποφάσεις. Η κοπέλα αναρωτήθηκε ποιες ήταν αυτές αλλά δε μίλησε. Ήδη αυτοί οι άνθρωποι, όποιοι και αν ήταν, την είχαν βοηθήσει πολύ περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να ζητήσει και ας τους είχε αποκαλέσει πειρατές ο Σαγκοράχ.
-Θα σε πάμε κοντά στην πόλη, είπε ο Ρας τελικά, θα σου δώσω και αυτό το φυλαχτό. Θα σε προειδοποιήσει για κάθε μαγική ενέργεια και θα σε προστατεύσει από κάποιες.
Της έβαλε στο χέρι το φυλακτό, ήταν βαρύ και ζεστό, φτιαγμένο από χρυσό και με ένα μεγάλο πράσινο σμαράγδι στο κέντρο.
-Δεν ξέρω τι να πω, είπε με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση.
-Τίποτα, είπε ο πλοίαρχος, απλά να πάρεις το παλληκάρι σου πίσω.

Η Κατάρα Του Μάγου - 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

ΙΙ.

Ένα τίναγμα που της έκοψε την ανάσα σταμάτησε την πτώση της. Το αδύνατο συνέβαινε, αντί να πέφτει ανέβαινε. Άνοιξε τα μάτια της και διαπίστωσε πως βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο δίκτυ όχι διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιούσαν τα μεγάλα αλιευτικά πλοία. Η πτώση της είχε ανακοπεί με τέτοια βία που είχαν κουρελιαστεί τα ρούχα της στα σημεία που είχαν πιεστεί από το χοντρό σκοινί. Κοίταξε πάνω για να δει ποιος την είχε σώσει και αντίκρισε ένα μεγάλο ιπτάμενο πλοίο. Άκουγε τους σαυρανθρώπους να μανιάζουν αλλά δεν πλησίαζαν το πλοίο για κάποιο λόγο.
Έφτασε στο πλοίο και μια ομάδα άνδρες την απάλλαξαν από το δίκτυ, μόλις στάθηκε όρθια στο κατάστρωμα, το μεγαλύτερο μέρος των ρούχων της έπεσε από πάνω της και συνειδητοποίησε ότι το δίκτυ είχε κάνει μεγαλύτερη ζημιά από όση νόμιζε. Είδε το θαυμασμό στα μάτια των ανδρών γύρω της και κοκκίνισε.
Ένας άνδρας πέρασε ανάμεσα στους υπόλοιπους και πλησίασε:
-Ποια είσαι και γιατί σε καταδιώκουν έτσι τα ερπετά; ρώτησε με μια αυστηρή αλλά καλλιεργημένη φωνή.
-Με λένε Αλάσρα Νιέλιορ, είπε. Και με κυνηγάνε γιατί…
-Δώστε μου τη γυναίκα και θα σας αφήσουμε να φύγετε ανέγγιχτοι, ακούστηκε μια φωνή που έστειλε ένα ρίγος να την διατρέξει. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξει για να καταλάβει ποιος είχε αυτήν την απαίτηση. Πάνω σε ένα μεγάλο γουάιβερν καθόταν ο Σάγκοραχ. Ο ηγέτης των σαυρανθρώπων ήταν πιο σωματώδης από τους άλλους και είχε ένα κοκκινωπό χρώμα αντί το ασημοπράσινο των υπολοίπων.
Ο άνδρας που την είχε ρωτήσει ποια είναι έβγαλε το μανδύα του και της τον πρότεινε, εκείνη τον πήρε με ευγνωμοσύνη και τον σκεπάστηκε.
-Άλαν υπ’ ευθύνη σου, είπε και προχώρησε προς έναν άλλον που στεκόταν στη μέση του καταστρώματος και όπως ήταν φανερό ήταν ο κυβερνήτης αυτού του αλλόκοτου πλοίου που αντί για τα κύματα έσχιζε τους αιθέρες.
-Δεν θα δίναμε ποτέ κάτι οικειοθελώς σε σαύρες, είπε ο κυβερνήτης προκαλώντας οργισμένα συρίγματα από τους σαυρανθρώπους.
-Είστε πειρατές, είπε ο Σάγκοραχ, δείτε το σαν ακόμα ένα λάφυρο που θα πουλήσετε. Απλά πείτε μου την τιμή.
-Δεν θα πουλούσα σε σαύρες ούτε χρησιμοποιημένο καθίκι.
-Τότε θα το πάρουμε μόνοι μας!
Ο άνδρας που άκουγε στο όνομα Άλαν πήρε την Αλάσρα από το χέρι. Την οδήγησε σε ένα προστατευμένο σημείο δίπλα στη σκάλα που οδηγούσε στην γέφυρα.
-Σε θέσεις μάχης, διέταξε ο κυβερνήτης, επανδρώστε τις βαλλίστρες. Ύπαρχε έχεις τη γέφυρα.
Ο άνδρας που της είχε δώσει το μανδύα του και ήταν προφανώς ο δεύτερος στην ιεραρχία του πλοίου έτρεξε στη γέφυρα και πήρε το πηδάλιο ενώ ο τιμονιέρης φώναζε:
-Ο Ύπαρχος στο τιμόνι!
-Κρατηθείτε γερά δεσποσύνη, είπε ο άνδρας που συνόδευε την Αλάσρα.
-Όλα τα πανιά ανοιχτά μάγκες, να δείξουμε λίγο σε αυτά τα ερπετά ποιος ξέρει να πλέει στα φτερά των ανέμων! φώναξε ο Ύπαρχος και το πλήρωμα έσπευσε να εκτελέσει τις διαταγές του ενώ τα γουάιβερν και οι αναβάτες τους έβγαζαν θυμωμένες κραυγές.
-Καταλαβαίνουν την κοινή, είπε χαιρέκακα ο Άλαν και η Αλάσρα συνειδητοποίησε ότι η προσβολή είχε ειπωθεί σκόπιμα για να βγάλει εκτός εαυτού τους διώκτες της και να ενεργήσουν απρόσεκτα. Κάτι που έκαναν ξεχυνόμενοι σε μια γενική επίθεση.
-Κράτει! φώναξε ο πλοίαρχος.
Οι άνδρες στις βαλλίστρες περίμεναν ενώ οι υπόλοιποι είχαν ήδη οπλιστεί με σπαθιά και τσεκούρια ενώ κάποιοι είχαν τόξα και καμάκια έτοιμα.
-Ρίξατε!
Το πλοίο δονήθηκε ολόκληρο καθώς οι βαλλίστρες εξαπέλυαν μια ομοβροντία θανάσιμων βλημάτων με τους τοξότες να συνοδεύουν την επίθεση με τη δική τους βροχή θανάτου. Οι απώλειες των σαυρανθρώπων και των υποζυγίων τους ήταν μεγάλες αλλά δεν σταμάτησαν την επίθεση, πλησίασαν και ετοιμάστηκαν να πηδήξουν στο πλοίο.
-Προσοχή στις ακροβασίες! φώναξε ο Ύπαρχος ενώ πηδούσαν στο κατάστρωμα. Όλο αριστερά!
Η Αλάσρα έκανε να πιαστεί σε ένα σκοινί στη βάση της γέφυρας και ο ναύτης δίπλα της είπε ψιθυριστά αλλά και βιαστικά:
-Θα γείρουμε δεξιά, κρατηθείτε γερά δεσποσύνη.
Πριν ολοκληρώσει την φράση του το ιπτάμενο πλοίο έγειρε στη δεξιά πλευρά. Οι σαυράνθρωποι ξεγελασμένοι από την ανακοίνωση του υπάρχου αιφνιδιάστηκαν και πολλοί βούτηξαν στο κενό και το θάνατο. Οι υπόλοιποι δέχθηκαν μια σφοδρή επίθεση από τα μέλη του πληρώματος που υπερτερούσαν σε αριθμό.
Το πλοίο είχε απομακρυνθεί από τα υπόλοιπα γουάιβερν και οι άνδρες στο κατάστρωμα και τα ξάρτια του πανηγύρισαν την νίκη τους με ζητωκραυγές.
-Όπως πάει Ύπαρχε, φώναξε ο πλοίαρχος. Ας μην τους αφήσουμε να μας πλησιάσουν!
Πλησίασε την Αλάσρα.
-Μπήκαν σε μεγάλο κόπο για να σε πιάσουν οι σαύρες, τι τους έκανες;
Η Αλάσρα ήταν πολύ ταραγμένη με όλα είχαν γίνει και δεν έβρισκε λόγια να απαντήσει. Ο πλοίαρχος χαμογέλασε και είπε:
-Μου τα λες αργότερα, καλύτερα να πάρω το πηδάλιο και γω λίγο, να ξεκουράσω τον Ύπαρχο. Μόλις είχε τελειώσει μια βάρδια όταν σε συναντήσαμε.
Η Αλάσρα ένευσε και εκείνος ανέβηκε στη γέφυρα.